Την ταυτόχρονη καθιέρωση ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος και της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας πρότεινε, μεταξύ άλλων, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατά την ομιλία του στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, εκφράζοντας την ετοιμότητα της κυβέρνησης να εκκινήσει την κορυφαία διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
«Ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε ώριμες και αναγκαίες τομές για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, την εμβάθυνση της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Βασικός στόχος είναι να απαντήσουμε στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός, αλλά και στους κινδύνους που επιφυλάσσει η ανεξέλεγκτη κυριαρχία των αγορών και του νεοφιλελευθερισμού για τις σύγχρονες κοινωνίες. Τα προγράμματα προσαρμογής έπληξαν την οικονομική κυριαρχία της χώρας, απαξίωσαν θεσμούς αντιπροσώπευσης και πολιτικούς φορείς και διέρρηξαν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία. Η μνημονιακή συνθήκη έθεσε νέα ερωτήματα, υπενθυμίζοντας πόσο απροστάτευτη μπορεί να είναι η Δημοκρατία από την ενίσχυση υπερεθνικών, κρατικών και ιδιωτικών μηχανισμών που κινούνται έξω από το πλαίσιο του λαϊκού ελέγχου. Έχουμε μπροστά μας μια σημαντική ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσουμε. Δεν πρέπει να αφήσουμε άλλη μία πενταετία να πάει χαμένη», τόνισε ο Πρωθυπουργός, συμπληρώνοντας πως «οι συνθήκες είναι ώριμες, οι ανάγκες πιεστικές και οι καιροί δεν μπορούν να περιμένουν».
Όπως τόνισε ο Πρωθυπουργός, η κυβέρνηση προτείνει την καθιέρωση παγίως, αναλογικού εκλογικού συστήματος στο Σύνταγμα, αλλά και την ταυτόχρονη καθιέρωση της εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας, ενός θεσμού σύμφωνα με τον οποίο πρόταση δυσπιστίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Κοινοβούλιο, παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι υπερψηφίζεται ταυτόχρονα και άλλος Πρωθυπουργός.
Στο ίδιο πλαίσιο της ανάγκης για σταθερότητα της κυβέρνησης, αλλά και σεβασμού της λαϊκης βούλησης, εντάσσεται, σύμφωνα με όσα επεσήμανε ο Πρωθυπουργός, και η πρόταση που αποτρέπει τη διάλυση του κοινοβουλίου με αφορμή την αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένη πλειοψηφία από το Κοινοβούλιο.
Αναφερόμενος στον τρόπο εκλογής, εφόσον δεν επιτευχθούν οι αυξημένες πλειοψηφίες των 200 και των 180 βουλευτών, ο κ. Τσίπρας παρατήρησε πως μια λύση είναι η διενέργεια μιας τελευταίας ψηφοφορίας που θα απαιτεί απλώς 151 βουλευτές, ενώ μια άλλη η απευθείας εκλογή από τον λαό με αναμέτρηση μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων στην τελευταία άγονη ψηφοφορία της Βουλής.
Αναφορικά με την πρόταση για την υποχρέωση ο Πρωθυπουργός να είναι απαραιτήτως αιρετός από τον λαό, δηλαδή βουλευτής, ο κ.Τσίπρας δήλωσε:
«Αυτή είναι μια πρόταση που λαμβάνει υπόψη της την πολιτική εμπειρία που αντλήσαμε από την κρίση, ώστε να μην επαναληφθούν έκτακτες πολιτικές καταστάσεις με διορισμούς πρωθυπουργών που δεν έχουν περάσει από τη βάσανο της λαϊκής ψήφου», είπε, τονίζοντας ότι «οι πρωθυπουργοί πρέπει να εκλέγονται από το λαό και να λογοδοτούν στο λαό».
Aκολούθως αναφέρθηκε στο νόμο για την ευθύνη των υπουργών και το άρθρο 86, το οποίο χαρακτήρισε «θεσμική κατοχύρωση της ασυδοσίας και της ατιμωρησίας». Ο κ. Τσίπρας εκτίμησε ότι «έφτασε η ώρα για την τροποποίηση των διατάξεων περί ευθύνης των υπουργών ώστε να καταργηθεί η σύντομη παραγραφή για τα αδικήματα που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επίσης, είναι ώρα για την τροποποίηση των διατάξεων για τη βουλευτική ασυλία ώστε αυτή να καλύπτει αποκλειστικά τα αδικήματα που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους», πρόσθεσε, ενώ πρότεινε να προβλεφθεί όριο θητειών για τους βουλευτές ώστε να μη δημιουργούνται όροι συναλλαγής με το εκλογικό σώμα.
Τέλος, ο κ. Τσίπρας υπογράμμισε ότι ένα από τα κεντρικά θέματα που οφείλει να θίξει η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι και το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους. «Ούτε η Εκκλησία ούτε η Πολιτεία θέλουν τον εναγκαλισμό τους εντός ενός θεσμικού πλαισίου που δημιουργεί σύγχυση για τα όρια και τους ρόλους τους. Έχει έρθει λοιπόν ο καιρός ώστε να κατοχυρωθεί ρητά στο Σύνταγμα η θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους με ό,τι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά», κατέληξε.



