Στην αντεπίθεση περνάει η εταιρεία ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ύστερα από την αναπαραγωγή δημοσίευσης ανακοίνωσης από την ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, στην οποία η τελευταία εξηγούσε τους λόγους που την οδήγησαν στην ανάκληση της αδείας της, η οποία, ωστόσο, κατά την εκτίμηση της ΤΠΠ, βρίθει ψευδών ειδήσεων και δυσφημιστικών υπαινιγμών.
Ειδικότερα, η ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΕ ανακοινώνει από την πλευρά της και απαντά:
«Η εταιρεία μας είναι αναγνωρισμένη εταιρεία με κύριο αντικείμενο την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλασσίου και παράκτιου περιβάλλοντος, αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τη λήψη προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων προς αντιμετώπιση θαλασσίων και παράκτιων ρυπάνσεων από πετρελαιοειδή και άλλους ρύπους σύμφωνα με τους οικείους ελληνικούς και διεθνείς Κανονισμούς. Διαθέτουμε και διατηρούμε σε ετοιμότητα πολυπληθές, καταρτισμένο, εκπαιδευμένο, εξειδικευμένο και ικανό να δράσει υπό κατεπείγουσες και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες προσωπικό, καθώς και ειδικής κατασκευής και μεγάλης αξίας αντιρρυπαντικά σκάφη και πλωτά μέσα, εφοδιασμένα με πλήρη, ειδικό και σύγχρονο και μεγάλης αξίας εξοπλισμό και αναλώσιμα υλικά για την αντιμετώπιση τέτοιων ρυπάνσεων. Η εταιρεία μας είναι η μεγαλύτερη στην Ανατολική Μεσόγειο και μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη στον τομέα προστασίας θαλασσίου περιβάλλοντος, έχοντας αναλάβει μεγάλα έργα στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Απολαμβάνει της εκτίμησης και εμπιστοσύνης των εθνικών και διεθνών φορέων, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια της Ναυσιπλοῒας (EMSA), η οποία από το 2007 και με επανειλημμένους διεθνείς διαγωνισμούς αναθέτει στην εταιρεία μας το έργο της ετοιμότητας και επέμβασης σε μεγάλα περιστατικά ρυπάνσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Εν προκειμένω η λήψη μέτρων αντιμετώπισης της θαλάσσιας ρύπανσης, η οποία προκλήθηκε από τη βύθιση του δεξαμενοπλοίου ALFA I στον Κόλπο της Ελευσίνας στις 5.3.2012, ανατέθηκε στην εταιρεία μας από τους πλοιοκτήτες βάσει της ανωτέρω διεθνούς εμπειρίας της και των μέσων που διαθέτει για την αντιμετώπιση ενός τέτοιου μεγάλης έκτασης θαλάσσιου περιστατικού, οι δε εργασίες απορρύπανσης έγιναν με την συνεχή εποπτεία και το συντονισμό του Λιμεναρχείου Ελευσίνας και της Διεύθυνσης Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος του Υπουργείου Ναυτιλίας κατά τρόπο αδιάβλητο, όπως τούτο άλλωστε προκύπτει από όλα τα σήματα του Λιμεναρχείου. Τα όσα αναφέρονται στην «ανακοίνωση» της Αιγαίον περί δήθεν μεροληπτικής συμπεριφοράς υπέρ της εταιρείας μας είναι ψευδή, συκοφαντικά και κυρίως ατεκμηρίωτα.
Η εταιρεία μας εκτέλεσε τις ανατεθείσες εργασίες με τον πλέον επιστημονικό, διεθνώς αναγνωρισμένο και αποτελεσματικό τρόπο, και αντιμετώπισε τη θαλάσσια ρύπανση εν τη γενέσει της, χωρίς αυτή να προκαλέσει ζημία στις παράκτιες περιοχές πράγμα που αποδεικνύεται από επιστολές των δημοτικών αρχών κι από την απουσία οποιασδήποτε αίτησης για αποζημίωση που θα μπορούσε να είχε εγερθεί κατά οιουδήποτε κατά νόμο υπόχρεου συμπεριλαμβανομένης της Αιγαίον που είχε ασφαλίσει το ALFA I έναντι του κινδύνου θαλάσσιας ρύπανσης. Η Αιγαίον ξεχνάει μάλλον το εύρος, την έκταση και τη βαρύτητα του θαλασσίου κινδύνου που προκλήθηκε από τη βύθιση του έμφορτου με βαριά πετρελαιοειδή δεξαμενοπλοίου που ασφάλιζε και σκόπιμα εκ των υστέρων προσπαθεί να απαξιώσει τους κόπους, τα έξοδα και τις προσπάθειές μας.
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αναγκαστήκαμε να προσφύγουμε στα δικαστήρια ασκώντας αγωγή κατά των πλοιοκτητών και της ασφαλίστριας Αιγαίον σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση του 1969 «περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου», η οποία προβλέπει την ύπαρξη ευθείας αξίωσης κατά του ασφαλιστή, και ανακοινώνοντας τη σχετική δίκη στο Διεθνές Κεφάλαιο σύμφωνα με τους ορισμούς της Διεθνούς Σύμβασης για την Ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου Αποζημίωσης Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά δέχθηκε κι επιδίκασε τις απαιτήσεις μας σε ένα μεγάλο μέρος τους, ενώ αναμένεται απόφαση του Εφετείου Πειραιώς μετά από εφέσεις όλων των εμπλεκομένων μερών.
Είναι, δε, ακατανόητο τι προσπαθεί να πετύχει η Αιγαίον με δημοσιεύματα που παρουσιάζουν τις νομικές θέσεις της ως θέσφατα, ενώ τα σχετικά ζητήματα εκκρεμούν αυτή τη στιγμή ενώπιον των Δικαστηρίων και αναμένεται απόφαση ανά πάσα στιγμή. Πάντως, εκφράσεις του τύπου «η ΑΙΓΑΙΟΝ εύλογα ανέμενε ότι οι Δικαστές του Πειραιά θα αντιμετώπιζαν τη συγκεκριμένη υπόθεση με τη δέουσα προσοχή», οι οποίες συνοδεύονται από προκαταβολικές απειλές περί προσφυγής στον Άρειο Πάγο και τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια, μόνο ως ευθεία και αθέμιτη προσπάθεια επηρεασμού της Δικαιοσύνης από την Αιγαίον μπορούν να ερμηνευθούν.
Τέλος, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων που μας επιδικάστηκαν με την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας της Αιγαίον, η οποία κατά δική της δήλωση, από το Νοέμβριο του 2015 έχει διακόψει τις εργασίες της, επιχειρήσαμε να εγγράψουμε προσημειώσεις σε ακίνητα της Αιγαίον όπως είχαμε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 724 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η Αιγαίον αμφισβήτησε το δικαίωμά μας αυτό και το ζήτημα εκκρεμεί σήμερα ενώπιον των Δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης (πρωτοδίκως) και του Πειραιά (κατ’ έφεση), ενώ επί του ζητήματος αυτού δεν υπάρχει αμετάκλητη κρίση ούτε των Δικαστηρίων της Αθήνας.
Η «ανακοίνωση» της Αιγαίον αποσιωπά το γεγονός ότι ο λόγος που η Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως αρμόδια εποπτική αρχή, ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της Αιγαίον και έθεσε αυτήν υπό το καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης με την υπ’ αρ. 261/23.2.2018 απόφασή της, είναι η μη συμμόρφωση της Αιγαίον μέχρι 31.12.2017 με τις συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας (SCR) σε συνδυασμό με την άρνηση του βασικού μετόχου για οποιαδήποτε συνεισφορά στα κεφάλαια της εταιρείας. Οι μόνοι υπεύθυνοι για την ανάκληση της άδειας της Αιγαίον από την εποπτική της αρχή είναι οι Μέτοχοι και η Διοίκησή της κι όχι τρίτοι ζημιωθέντες όπως εμείς, οι οποίοι διεκδικούμε και θα συνεχίσουμε να διεκδικούμε νομίμως όλα τα δικαιώματά μας χωρίς να εκφοβιζόμαστε από «ανακοινώσεις» του τύπου αυτής που εξέδωσε η Αιγαίον».



